Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ: " 35 ΝΕΚΡΟΙ " ΤΟΥ ΣΕΡΧΙΟ ΑΛΒΑΡΕΣ


Το «35 νεκροί» του Σέρχιο Άλβαρες δικαίως  χαρακτηρίστηκε από την διεθνή κριτική  ως το μεγαλύτερο σύγχρονο κολομβιανό μυθιστόρημα μετά τα Εκατό χρόνια μοναξιάς. Βασικός αφηγητής του μυθιστορήματος είναι ο ανώνυμος γιος της Νίδια και του Φάμπιο Κοράλ. Για να καταλάβει ο αναγνώστης την σχέση των δύο αυτών προσώπων μεταξύ τους αλλά και με την μυθιστορηματική πλοκή θα πρέπει να δοθεί το background του μυθιστορήματος του Άλβαρες το οποίο είναι το εξής: Η πρώτη σκηνή διαδραματίζεται στην Μπογκοτά, με τη δολοφονία του Μποτόνες, του «πλέον διαβόητου δολοφόνου της Κολομβίας», από τις δυνάμεις του στρατού, την ίδια μέρα που η ερωμένη του συλλαμβάνει τον γιο τους.
Λίγο καιρό αργότερα, η Νίδια, χήρα ενός σκοτωμένου στην ίδια εκείνη επιχείρηση στρατιώτη, συνδέεται με τον Φάμπιο Κοράλ. Εκείνη πεθαίνει στη γέννα, ο απαρηγόρητος σύζυγος το ρίχνει στο ποτό και αυτοκτονεί ύστερα από μια αποτυχημένη απόπειρα να βγάλει άδεια εξόρυξης χρυσού, όταν ο γιος του είναι περίπου πέντε χρονών. Ο συγγραφέας κατορθώνει να αποδώσει  το πανόραμα της Κολομβίας κατά την διάρκεια κρίσιμων δεκαετιών όπου κάνουν την εμφάνιση τους  το αριστερό κίνημα και η «Επαναστατική Κομμούνα» της Κολομβίας. Ένα διάστημα ουτοπίας και συντροφικότητας― θα δώσει σύντομα τη θέση του σε μια χώρα και μια κοινωνία χαοτικές.
Ο πρωταγωνιστής-αφηγητής ακολουθεί το ρεύμα της Ιστορίας: εγκαταλείπει το Πανεπιστήμιο, ζητιανεύει, κατατάσσεται διά της βίας στον τακτικό στρατό, διαπράττει κλοπές, είναι παρών στη μάχη που δίνουν αντάρτες και στρατός όταν οι πρώτοι εισβάλλουν και καταλαμβάνουν το Δικαστικό Μέγαρο, κλέβει, βρίσκεται στο Μεντεγίν, γνωρίζεται με μαφιόζο, αργότερα κάνει έναν τακτοποιημένο γάμο και γίνεται πατέρας (όμως ο ευυπόληπτος πεθερός του, ο οποίος επιδίδεται σε ξέπλυμα χρήματος από εμπόριο ναρκωτικών, πέφτει σε δυσμένεια λόγω αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών), παρακολουθεί τις σφαγές που οργανώνουν οι παραστρατιωτικοί με σκοπό την ιδιοποίηση γαιών, και όταν αδυνατεί να σκοτώσει έναν συνδικαλιστή, που αποδεικνύεται γνώριμος από το πάλαι ποτέ αριστερό παρελθόν του, βρίσκεται με πλαστά έγγραφα στην Ισπανία, κάνει το βαποράκι, έρχεται σε επαφή με τους Κολομβιανούς εμιγκρέδες… Ποιο είναι το μοναδικό στοιχείο που τον διαφοροποιεί από τους άλλους; Ότι δεν σκότωσε ποτέ του.
Και κάπου εκεί, παραμονή Πρωτοχρονιάς και εξαιτίας μιας στραβοτιμονιάς, βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν μεγαλέμπορο και προμηθευτή κοκαΐνης, ο οποίος του χαρίζει μια ζωή που πια δείχνει να μην τη θέλει. Μια ζωή τριάντα πέντε χρόνων με ισάριθμους αγαπημένους του, νεκρούς. Όμως ο παρ’ ολίγον δολοφόνος του του λέει και μιαν ιστορία, από την οποία προκύπτει πως ο μεγαλέμπορος είναι ο γιος του Μποτόνες…
Συνδυάζοντας στοιχεία από το ιστορικό μυθιστόρημα, το θρίλερ ακόμα και το ρομάντζο, ο Άλβαρες ισορροπεί ανάμεσα στον μαγικό ρεαλισμό του Μάρκες και τη θεματολογία του Μπολάνιο συνθέτοντας ένα πανόραμα της σύγχρονης ιστορίας της Κολομβίας. 

Αποσπάσματα από το βιβλίο
«Ο πατέρας μου έλεγε ότι ο θάνατος την κατάλληλη στιγμή μπορούσε να δώσει μία νέα πνοή στη ζωή, παρ’ όλα αυτά, ο θάνατος της μάνας μου όχι μόνο του έκοψε την όρεξη να διεκδικήσει τον ρόλο του φιλοσόφου της γειτονιάς παρά τον άφησε και δίχως δυνάμεις να συνεχίσει να ζει. Ο γέρος μου βγήκε από το νοσοκομείο, πήγε με τα πόδια ως την τράπεζα, έβγαλε λεφτά, μπήκε στο φορτηγάκι του και με εμένα στο διπλανό κάθισμα οδήγησε ως τον πρόδρομο της εκκλησίας της Ολάγια. Βοηθήστε με να κανονίσω την κηδεία γιατί δεν είμαι σε θέση είπε στον  πατέρα Σιέρνα, λουσμένος στα δάκρυα. Έφυγε από την εκκλησία, έφτασε στο σπίτι της Εσνέντα, μιας γειτόνισσας που ήταν ανέκαθεν ερωτευμένη μαζί του, της έδωσε και αυτής μερικά χαρτονομίσματα και δίχως καν να με κοιτάξει με άφησε στα χέρια της. Ύστερα φύλαξε τα λεφτά που του απέμειναν , ξαναπήρε το φορτηγάκι και πήγε ως την Γκόντολα, ένα μπαρ της κακιάς ώρας στην γωνία της Δεκάτης και Τετάρτης Λεωφόρου.» (σελ.23).

«Στο τέλος της ημέρας τα δωμάτια ήταν καθαρά, οι αυλές το ίδιο, φαίνονταν πιο ωραία τα χρώματα στις πλάκες του δαπέδου και η μυρωδιά του απορρυπαντικού που είχε ποτίσει όλο το σπίτι έκανε την μουσική να ακούγεται ακόμα καλύτερη. Με το ηθικό ακμαίο, άντρες και γυναίκες βάλθηκαν να κάνουν σχέδια  για το μέλλον της κομμούνας, να διαπραγματεύονται πιο δωμάτιο θα έπαιρνε ο καθένας και να ονειρεύονται πως θα διακοσμούσαν τον χώρο..».... «Το βράδια των εγκαινίων της κομμούνας μαζεύονταν στο σπίτι όλοι οι επαναστάτες που σχετίζονταν με τον Πάτσο Μοσκόσο και το ΕΕΑΚ. Έβλεπες εκεί γιους πλέον αριστοκρατικών οικογενειών, επγγελματίες, φοιτητές του πανεπιστημίου, εργάτες, αγρότες αλλά και καλλιτέχνες, συγγραφείς, συνδικαλιστές- ως και ο σύντροφος Ούα είχε έρθει, προσωπικός φίλος του Μοσκόσο και υπεύθυνος για τις σχέσης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας με τα μαοϊστικά κινήματα της Λατινικής Αμερικής». (σελ 103,105)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου