Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!!!!

1.Ουρανόπετρα: Η δωδέκατη γενιά του Γιάννη Καλπούζου 

«Η αιώνια πάλη του καλού και του κακού, το νόμιμο άδικο και το παράνομο δίκιο, ο αέναος έρωτας, άγνωστες εποχές και καθημερινότητα, πατριωτισμός και συνθήματα, ολόιδιοι κατακτητές με διαφορετικά προσωπεία, ο ελληνισμός στις γεωγραφικές εσχατιές του, το χθες που μπολιάζει το σήμερα συνυφαίνουν  ένα θυελλώδες μυθιστόρημα.»

Αποσπάσματα  από το βιβλίο
Όπου πατώ είναι  δικός μου δρόμος….
Τα παραστρατήματα του Αδάμου από την μία απαιτούσαν παραπανίσια έξοδα και από την άλλη οδηγούσαν σε μειωμένες απολαβές, αφού από πολλά ξενύχτια δεν πήγαινε πια στο λιμάνι. Για τούτο έπαψε να στέλνει στο χωριό την μισή λύρα κάθε δύο ή τρεις μήνες. Ανησύχησαν οι γονείς του και κατεβαίνοντας ο πατέρας του στη Σκάλα έμαθε από δω και από κει για τα καμώματά του και άνοιξαν καβγά μεγάλο. Είπαν λόγια που δεν έπρεπε και ψυχράθηκαν για τα καλά. Δοκίμασε ο πατέρας του στο τέλος να τον συνεφέρει στέλνοντας τον παπα- Μύρωνα να του μιλήσει, όμως ούτε εκείνος κατάφερε να του αλλάξει στράτα. Ψέμα στο ψέμα και δικαιολογία στην δικαιολογία εισέπραξε από τον Αδάμο. Πάσχισε με παραινέσεις και διδακτικές κουβέντες να τον βάλει στο φιλότιμο, αλλά κατάλαβε ότι χτυπά σε πόρτα ερειπωμένου σπιτιού. Απογοητευμένος του’ πε φεύγοντας: «Έχει δρόμο που ορίζεις  την πατημασιά σου και δρόμο που σου την ορίζουν οι άλλοι. Στοχάσου και διάλεξε σε ποιον θέλεις να πατάς. «Όπου πατώ είναι δικός μου δρόμος αποκρίθηκε ο Αδάμος (σελ. 118-119).

Ο έρωτας του Αδάμου και της Αμέλια
«Αγαπώ σε ψυχή μου!» του ψιθύριζε κάθε τόσο η Αμέλια. Ο Αδάμος έμενε αμίλητος. Εχάθη η φωνή του μες στα γλυκοφιλήματά της, ώσπου τον τράβηξε από το χέρι απ’ την σκάλα. «Την σκάλα που ξεβαίννεις να ξέβαιννα και εγώ/ σκαλίν και σκαλοπάτι να σε γλυκοφιλώ». Τούτο το τραγούδι έκαμαν πράξη ανεβαίνοντας την πέτρινη σκάλα. Κάθε σκαλί και φίλημα. Κάθε φιλί  και θέριεμα της φωτιάς που τους φλόγιζε. «Αγαπώ σε καρδιά μου!» του ψιθύρισε  μπαίνοντας στο σπίτι. Πήρε ο Αδάμος να της βγάζει ένα ένα τα ρούχα ώσπου έμεινε ολόγυμνη ομπρός του. Θαρρείς και  αφρός της θάλασσας ορθώθηκε και σχημάτισε τ’ ολόλευκο κορμί της. «Αφροδίτη!» αναφώνησε, έσκυψε και φίλησε τις ρώγες της. «Θέλω σε!» ψέλλισε η Αμαλία και βάλθηκε μες σε πυρετό να τον ξεντύνει. Πυροτέχνημα γίνηκε στην αγκάλη της μέχρι τα ξημερώματα (σελ.229).



2. Στη σκιά των αιώνων της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου
Το Μακεδονικό, η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, η δολοφονία του Γεωργίου Α’, η μεγάλη πυρκαγιά του 1917, η υποδοχή των προσφύγων του 1922, ο πόλεμος του 1940, είναι μερικά μόνο από τα ιστορικά γεγονότα της Θεσσαλονίκης που αναμιγνύονται με την μυθοπλασία του νέου μυθιστορήματος της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου. 
Η «σκιά των αιώνων» μας μεταφέρει στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη του 19ουαιώνα. Μια πόλη εξωτική και παράξενη, μια πολύχρωμη τοιχογραφία εθνών και πολιτισμών. Σε αυτή την πόλη αποφασίζει να καταφύγει ο Ηλίας Αλεξόπουλος προκειμένου να ξεχάσει τον απαγορευμένο του έρωτα και να αποφύγει ένα κοινωνικό σκάνδαλο. Μακριά από την γενέτειρά του την Αθήνα, προχωράει την ζωή του κάνοντας οικογένεια και αποκτώντας μεγάλο κύρος και κοινωνική δύναμη. Η μοίρα όμως έχει άλλα σχέδια για τον Ηλία… 

Αποσπάσματα από το βιβλίο

Η αφοσίωση του Ηλία στην ιατρική μετά τον χωρισμό του από την Αμέλια
«Την Άνοιξη θα με στείλουν στην Βαυαρία, θα μου βρουν κάποιον στα μέτρα τους και δεν θα ξαναγυρίσω». Δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα από τα μάτια της. Ο Ηλίας άδικα προσπαθούσε να τα διώξει με το χέρι του. Καινούρια, καυτά δάκρυα, ορμητικά σαν ποτάμια, έπαιρναν την θέση των προηγούμενων. «Πες μου ψυχή μου τι θέλεις να κάνω και θα το κάνω», μουρμούρισε, άδειος από τον πόνο που τον έσφιγγε αλύπητα. Εδώ, λοιπόν, τέλειωνε το όνειρο Μέχρι εδώ ήταν, αυτό θα είχε να θυμάται σε όλη του την ζωή (σελ. 52) …Μελετούσε μόνος ώρες πολλές χωρίς διαλείμματα. Όταν ερχόταν ο Βασίλης για να ενώσουν τις δυνάμεις τους, δεν διέκοπταν παρά για φαγητό. Η Ειρήνη τους έφερνε ζεστό τσάι με κουλουράκια, λίγη πίτα, φρούτα. Ανησυχούσε για την υγεία του Ηλία (σελ.55).


Η άφιξη του Ηλία στην Θεσσαλονίκη
Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης άρχισε να φαίνεται στο βάθος. Μια ονειρική  εικόνα, έξω από κάθε φαντασία. Ο γιατρός Ηλίας Αλεξόπουλος ατενίζει από το κατάστρωμα την πόλη που απλώνεται σαν ανοιχτή αγκαλιά από την κορυφή ενός λόφου και κατηφόριζε4 προς την θάλασσα, περικυκλωμένη από ψηλά τείχη. Κάστρα στα ψηλά, μιναρέδες και καμπαναριά ανακατεμένα, κόκκινες στέγες και ψηλά κυπαρίσσια, ένα σωρό καράβια και ένα πλήθος ανθρώπων, που όσο πλησιάζουν, γίνεται πολύχρωμο και πολύβουο. … Ο καπετάνιος τον συμβουλεύει να βρει πρώτα ένα ξενοδοχείο και αμέσως μετά να φροντίσει να συναντήσει τον Έλληνα πρόξενο. Χρειάζεται διαμονητήριο γιατί είναι Ρουμ, δηλαδή Έλληνας από το Γιουνανιστάν, την ελεύθερη Ελλάδα, και όχι τουρκικής υπηκοότητας, όπως οι σκλαβωμένο συμπατριώτες τους που τους αποκαλούν γκιαούρηδες.  Οι διπλωματούχοι γιατροί είναι λίγοι-τα προνόμια πολλά-δεν έχει κανένα πρόβλημα να δουλέψει. Η ελονοσία είναι μια σίγουρη απασχόληση, αφού ποτέ δεν εγκαταλείπει την όμορφη πόλη, τη Σαλονίκη, όπως την λένε όλοι (σελ. 75-76).


                                  3. Το μυστικό της παλιάς αυλής των Γιάννη και Μαρίνα Αλεξάνδρου
Η Μαρία είναι ξεναγός και ο Άρης αρχαιολόγος δύο άνθρωποι που λατρεύουν το επάγγελμά τους και παράλληλα προσπαθούν να χτίσουν μία ερωτική σχέση με κυρίαρχη την οικονομική κρίση. Η Σεβίλη, η Γρανάδα, η Βαρκελώνη, το Αιγαίο, το δουκάτο της Αθήνας, ο Άγιος Δομίνικος στην Καραϊβική γίνονται  φυσικός και ο ιστορικός περίγυρος των ηρώων μας, όπου ξετυλίγεται το κουβάρι μιας ιστορίας που διατρέχει τους αιώνες, γεμάτη έρωτες και ανθρωπιά.  
Ένα σκληρό και   μακρινό παρελθόν, ένα δύσκολο παρόν και ένα  αισιόδοξο μέλλον ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη αφήνοντας του μια γεύση αισιοδοξίας στα χείλη. 

Αποσπάσματα από το βιβλίο

Η συνάντηση του Άρη και της Μαρίας
Ο νέος άντρας που ήταν εκεί  μιλούσε άψογα αγγλικά και λίγα ισπανικά. Τους είπε πως το βιβλίο ήταν μυθιστόρημα που γράφτηκε γύρω στο 1860 στην Αθήνα και τότε κυκλοφόρησε σε λίγα αντίτυπα. Αυτό ήταν και κάτι που το καθιστούσε σπάνιο. Εξ’ άλλου βρισκόταν και σε εξαιρετική κατάσταση. «Θα το πάρουμε είπε ο Αλφόνσο, όπως και τις γκραβούρες». « Κάνετε μία εξαιρετική αγορά», πρόσθεσε ο βιβλιοπώλης πιάνοντας να τυλίξει το πακέτο τους (σελ. 38)….Όση ώρα μιλούσαν η Μαρία στεκόταν παράμερα. Κάτι πάνω σε αυτό τον άντρα της ξυπνούσε τη γυναικεία της φιλαρέσκεια. Τα μάτια του ίσως? Η φωνή του? Σε αυτόν κάτι την ξεσήκωνε. ..Την ίδια επιρροή φάνηκε να έχει και πάνω στη Σπανιόλα γιατί με μελιστάλαχτο ύφος τον ρωτούσε χίλια δυο για το καινούριο, δυσεύρετο απόκτημά της (σελ.38)……Φεύγοντας από το κατάστημα το μυαλό της Μαρίας είχε κολλήσει στο γοητευτικό αρχαιολόγο. Αυτό ήταν εξάλλου το επάγγελμα του Άρη, όπως τους είπε ο ίδιος πρωτύτερα.  Είχε πολύ καιρό, χρόνια να της κάνει κλικ για έναν άντρα. Όμως η Μαρία ήταν σοβαρή και συγκροτημένη γυναίκα και προσπάθησε να το βγάλει από το μυαλό της (σελ. 39). 

Στη Σεβίλλη το Μεσαίωνα
Σε λίγα λεπτά μέσα έκανε τη δουλειά με μαεστρία. Ανέβηκε και έκοψε τα σχοινιά. Είχε ήδη ανάψει τη φωτιά, που με τον αέρα φούντωσε αμέσως. Παραλίγο να τσουρουφλίσει και τα πόδια της Χουανίτα. Αυτή βγάζοντας μια δυνατή κραυγή λιποθύμησε.  Ο δήμιος τα ήξερε αυτά και την συγκράτησε πριν πέσει. Ο δον Χοσέ έφυγε αμέσως με την συνοδεία του από την πλατεία, δεν άντεχε να δει την ολοκλήρωση του αποτρόπαιου έργου του. Η κραυγή της θα τον ακολουθούσε σε ολόκληρη την ζωή του και θα ξυπνούσε τις νύχτες ιδρωμένος από την αγωνία, με τον ήχο της να βροντά στα αφτιά του και να τον βασανίζει. Το σώμα του δόλιου του παππού, άδειο από ψυχή και καρδιά έδωσε τη ζωή στην αγαπημένη του εγγονούλα (σελ.49). 


 4. Η πρέσβειρα των Παρισίων της Νένας Κοκκινάκη

Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου γράφτηκε στο Παρίσι όταν η συγγραφέας αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τις ημερολογιακές σημειώσεις που κρατούσε, κατά την διάρκεια της παραμονής της στο Παρίσι,  σε μυθοπλαστική αφήγηση. Όπως η ίδια αναφέρει σε συνέντευξη της: «Στην αρχή δυσκολεύτηκα πολύ. Είχα βρεθεί μέσα σε ένα ασυνήθιστο και ετερόκλητο πλήθος ανθρώπων που κατέφυγαν στην ωραιότερη  πόλη του κόσμου συνεχίζοντας παράλληλα να διατηρούν προνόμια και εξουσίες που κουβαλούσαν από την Ελλάδα. Πώς θα αντιδρούσαν όμως όλοι αυτοί, αν συνέβαινε κάτι διαφορετικό, κάτι που θα άλλαζε τα δεδομένα και τις συνήθειες;». Θέλοντας να διερευνήσει αυτό το ερώτημα και να δώσει απαντήσεις η Νένα Κοκκινάκη ξεκίνησε την συγγραφή της Πρέσβειρας των Παρισίων. «Από ένα σημείο και μετά όμως όλα πήραν δικό τους δρόμο. Η φαντασία υπερίσχυσε, η σκέψη οργανώθηκε και συντονίστηκε στο δικό της ρυθμό, η πλοκή άρχισε να ξετυλίγεται μέσα στο χαρτί με τρόπο που ειλικρινά δεν είχα υπολογίσει, καθώς η ίδια υπήρξα θύμα των μηχανισμών ενός διαβρωμένου συστήματος».

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου 
Ο ήχος των τακουνιών µου στο πλακόστρωτο των παρισινών δρόµων ακουγόταν παράταιρα. Τακ τακ τακ. Τακ τακ τακ. Σαν τις τρεις συλλαβές της λέξης «πρέσβειρα». Μιας λέξης που τώρα µε σαρκάζει. Πού βρισκόταν το όνειρο λοιπόν; Δεν στεκόταν στις διαβάσεις, δεν κατέβαινε από τον µολυβένιο παρισινό ουρανό. Όλα µια διάψευση. Μέσα σε µια διάψευση εκτυλίσσεται η ιστορία της Πρέσβειρας των Παρισίων, που, πιασµένη στην αρπάγη της ίδιας της φιλοδοξίας της, βρίσκεται µάρτυρας, κατήγορος και κατηγορουµένη, άλλοτε καταλογίζοντας ευθύνες και άλλοτε όχι, µα πάντα κρύβοντας την αλήθεια ακόµα κι από τον ίδιο της τον εαυτό. Σε ποιους μυστηριώδεις κανόνες υπακούει όποιος συντρίβεται από διαψεύσεις; Ποιοι δρόµοι οδηγούν στην τραγική κατάληξη; Πώς συμπλέκεται το ιδιωτικό µε το κοινωνικό; Και ποια τα όρια ανάµεσα στον έρωτα και στην αξιοπρέπεια; Σε αυτά και σε άλλα παρόµοια ερωτήµατα επιδιώκει να απαντήσει η ιστορία της Πρέσβειρας των Παρισίων µέσω της μυθοπλασίας, όπου η ίδια η γραφή γίνεται µέρος της πλοκής.


Αποσπάσματα από το βιβλίο 
«Επιτρέπεται να μην μας υπολογίζει κανείς? Να μας υποτιμάνε έτσι?» την ρώτησα. «Το ξέρουν αυτό στο Υπουργείο?».
«Τι ψάχνεις τώρα με τόσο χαμό εδώ μέσα, ποιος θα ενδιαφερθεί για τέτοιες λεπτομέρειες? Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!» Και μετά από μικρή σιωπή: «Κοίτα παιδάκι μου να περνάς καλά, να κάνεις τις βόλτες σου….. που θα ξαναβρείς Παρίσι? Τράβα στις Βερσαλλίες να βολτάρεις, α….αυτές οι Βερσαλλίες, τι τόπος, τι ομορφιά… είχα πάει, ξέρεις, εκδρομή το θυμάμαι σαν όνειρο…αυτός είναι τόπος για μένα που είμαι εκ πεποιθήσεως τεμπέλα και το μόνο που μ’ αρέσει πραγματικά είναι να μην κάνω απολύτως τίποτε, να μην με περιμένει κάτι να το διεκπεραιώσω. Αχ! «Τι δεν θα δινα να βρίσκομαι στην θέση σου» (σελ. 119).

 «Το μυθικό Παρίσι δεν άργησε να μου δείξει το άλλο του πρόσωπο. Αναγκάζομαι να το παραδεχτώ. Εγώ, η τόσο αποφασιστική και περήφανη, παγιδεύτηκα, και όχι μόνο. Μένω πάντα εγκλωβισμένη στην προσωπική μου παγίδα. Μια παγίδα, στην οποία μοιάζει να μπήκα επίτηδες. Μετρούσα τις ώρες να φύγω από την βαρεμάρα του γραφείου, να ενσωματωθώ με όλους τους άλλους στη γοητεία μιας πόλης όπου πλεονάζουν οι παγιδευμένοι, μιας πόλης σκληρής που ξέρει να κρύβει το αληθινό της πρόσωπο πίσω από την οργανωμένη, την πολιτισμένη λάμψη της» (σελ.185).


5. Η καρδιά θυμάται της Καίτης Οικονόμου

Η πολυαγαπημένη συγγραφέας Καίτη Οικονόμου, με το μυθιστόρημα της «Η καρδιά θυμάται», μας χαρίζει μια συγκινητική ιστορία ενός ζευγαριού  που προσπαθεί να ξεπεράσει μια οδυνηρή απώλεια και να φτιάξει ξανά τη ζωή του. Ένας απρόσμενος έρωτας ξετυλίγεται στις σελίδες του βιβλίου, ένας έρωτας που βασίζεται στη λήθη και την λησμονιά. Η καρδιά όμως θυμάται… Η Καίτη Οικονόμου κρατάει τον αναγνώστη σε αγωνία και του δημιουργώντας του έντονα συναισθήματα με τα πολλά κρυμμένα μυστικά που οι ήρωες του βιβλίου της έρχονται αναπόφευκτα αλλά και μοιραία αντιμέτωποι.

Από το οπισθόφυλλο
Μια μέρα χτύπησε την πόρτα του μια άγνωστη. Δεν μπόρεσε να δει πώς ήταν – την ηλικία της, το ύψος της, το ντύσιμό της• γιατί μόλις αντίκρισε τα μάτια της αισθάνθηκε χαμένος. Ήταν σκούρα μπλε σαν το ανοιχτό πέλαγος και, καθώς τα κοίταζε καθηλωμένος, μια αβάσταχτη νοσταλγία πλημμύρισε την ψυχή του...
«Αντρέα, δε με θυμάσαι;» του είπε η άγνωστη με τα μπλε μάτια. «Είμαι η γυναίκα σου». Λίγο αργότερα έμαθε ότι ο γάμος τους είχε ναυαγήσει και ζούσαν σαν δυο ξένοι κάτω από την ίδια στέγη. Το μυαλό του δε θυμόταν τίποτα από την παλιά ζωή του. Αλλά η καρδιά του ήταν αδύνατον να ξεχάσει… γιατί η καρδιά θυμάται….

Αποσπάσμα από το βιβλίο

Κάπως έτσι ξεκινάει ο έρωτας του Ανδρέα και της Ειρήνης
«Εγώ ποιος είμαι με ξέρεις?» Το χαμόγελό της δεν έσβησε αλλά τα μάτια της σκοτείνιασαν.
«Και ναι και όχι».
«Ξέρεις πως με λένε?»
«Όχι»
«Τότε δεν με ξέρεις», συμπέρανε απογοητευμένος.
«Κοίτα, μερικές φορές συμβαίνουν κάποια πράγματα στη ζωή μας που μας δένουν με έναν άνθρωπο, και ας μην τον ξέρουμε καλά. Μας δένουν πολύ πιο στενά από ότι είμαστε δεμένοι με άλλους που τους ξέρουμε χρόνια».
Αυτό τον μπέρδεψε λιγάκι.
«Τι εννοείς δεν καταλαβαίνω?»
«Πάρε για παράδειγμα εμάς. Αν και γνωριζόμαστε ελάχιστα, έχει συμβεί κάτι πολύ σημαντικό μεταξύ μας».
Τώρα μπερδεύτηκε ακόμα περισσότερο.
«Δηλαδή?»
«Να, πριν από τέσσερις μέρες έκανα βόλτα στην παραλία με τον σκύλο μου. Εκεί που πήγαινα βρήκα έναν άνθρωπο που τον είχε ξεβράσει η θάλασσα, αναίσθητο, μισοπνιγμένο..»
Του φάνηκε ενδιαφέρον.
«Αλήθεια?»
«Ο άνθρωπος αυτός είσαι εσύ»
«Ααα..»
«Έτσι,  αν και δεν γνωριζόμαστε, δεν είμαστε πια άγνωστοι. Γιατί διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας με έναν τρόπο παράξενο». Σταμάτησε και τον κοίταξε ερωτηματικά. «Δεν συμφωνείς?».
Το σκέφτηκε.
«Με έναν τρόπο παράξενο και σπάνιο συμπλήρωσε».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου